Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ
κ. Γεώργιου Ματζαρίδη
Τό κατηχητικό ἔργο, ὡς ἔργο ἐκκλησιαστικῆς ἐπιμορφώσεως, πρέπει νά ἔχει πάντοτε ἐνώπιόν του τήν μορφή τήν ὁποία θά προσδώσει καί τό ἦθος πού θά καλλιεργήσει στούς νέους πού διαπαιδαγωγεῖ. Αὐτά ἴσως θεωροῦνται δεδομένα καί ἀδιαπραγμάτευτα. Κάποιος σαφέστερος καί ἀκριβέστερος ὅμως προσδιορισμός τους δέν θά ἦταν μόνο χρήσιμος ἀλλά καί ἀπαραίτητος.
Ἡ μορφή πού ἀποσκοπεῖ νά σμιλεύσει τό κατηχητικό ἔργο στούς νέους εἶναι αὐτή τοῦ Χριστοῦ. Σκοπός τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου εἶναι ἡ ἀνάδειξη συνειδητῶν Χριστιανῶν. Εἶναι ἡ ἀνάδειξη μιμητῶν τοῦ Χριστοῦ. Καί ἐπειδή τό ἔργο αὐτό εἶναι πρωτίστως πρακτικό καί δευτερευόντως θεωρητικό, εἶναι φυσικό νά πραγματοποιεῖται πρωτίστως μέ τό πρόσωπο καί τό παράδειγμα τοῦ κατηχητοῦ, καί δευτερευόντως μέ τόν λόγο καί τήν διδασκαλία του.
Κατηχητικό εἶναι ὁ κατηχητής. Βέβαια καί ὁ λόγος τοῦ κατηχητῆ, ἡ διδασκαλία του, ἔχει τήν ἀξία της. Ὅταν ὅμως αὐτή δέν ἐκφράζει τήν πίστη καί τό ἦθος τοῦ κατηχητῆ, ἀτονοῦν ἤ καί εὐτελίζονται. Αὐτός πού ἀναλαμβάνει νά κατευθύνει ἀνθρώπους πρός τόν Χριστό πρέπει νά μπορεῖ ὥς ἕνα τουλάχιστο βαθμό νά λέει αὐτό πού ἔλεγε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ»[1].
Ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ ταυτίζεται μέ τήν χριστιανική ζωή, ἤ ἀκριβέστερα μέ τήν χριστιανική ἠθική. Ἡ ἠθική αὐτή φαντάζει στά μάτια πολλῶν, καί ἰδιαίτερα τῶν νέων, ὡς σύστημα δεσμευτικῶν κανόνων πού καταπιέζει τόν ἄνθρωπο καί περιορίζει τήν ἐλευθερία του. Καί δέν εἶναι ἀνεξήγητη μιά τέτοια ἐκδοχή της, ὅταν αὐτή σχηματίζεται μέ ἐξωτερικά κριτήρια, ἤ ὅταν ἐπιχειρεῖται νά ἐφαρμοσθεῖ χωρίς συναίσθηση τῆς πραγματικῆς ταυτότητάς της.
Προσεγγίζοντας ὅμως καλύτερα τήν χριστιανική ἠθική καί ἐξετάζοντας βαθύτερα τό πνεῦμα της διαπιστώνουμε ὅτι αὐτή ὄχι μόνο δέν καταπιέζει τόν ἄνθρωπο καί δέν περιορίζει τήν ἐλευθερία του, ἀλλά ἀντιθέτως τόν ἀνακουφίζει καί τόν κατευθύνει στήν ἀληθινή καί ἀπεριόριστη ἐλευθερία.
Ἡ χριστιανική ἠθική δέν εἶναι συμβατική. Εἶναι ριζοσπαστική καί ἐπαναστατική. Ὁ Χριστός μέ τήν διδασκαλία του διατάραξε τήν ἡσυχία μας. Κοιμόμασταν σάν ζῶα καί ἤμασταν ἱκανοποιημένοι. Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ̉ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ̉ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν»[2].
Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος χωρίς ζυγό καί χωρίς φορτίο. Ὅποιος ὅμως ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ἀναλαμβάνει ἁπαλό ζυγό καί ἐλαφρό φορτίο. Ἀλλά καί ἡ πρόσκληση πού ἀπευθύνει ὁ Χριστός στόν ἄνθρωπο, ἡ πορεία στήν ὁποία τόν καλεῖ εἶναι πρόσκληση καί πορεία πρός τήν ἐλευθερία: «Ὑμεῖς ἐπ̉ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί»[3], δηλώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Γαλάτας.
Ἡ ἐλευθερία βιώνεται ἀπό τόν ἄνθρωπο ὡς ἀνεμπόδιστη κίνηση καί ἐπέκταση στόν χῶρο καί τόν χρόνο. Ὅποιος περιορίζεται μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, ἔχει περιορισμένη καί τήν ἐλευθερία του. Πόσο ἐλεύθερος εἶναι ὁ φυλακισμένος; Καί πόση ἐλευθερία διαθέτει αὐτός πού δέν ἔχει περιθώρια ζωῆς καί περιμένει τόν θάνατο; Ἄν ἡ πρόσκληση αὐτή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐπίκαιρη γιά ὅλους, γίνεται φανερό, πόσο πιό ἐπίκαιρη εἶναι γιά τούς νέους.
Οἱ Χριστιανοί ἔχουν κληθεῖ «ἐπ̉ ἐλευθερίᾳ». Καί ἔχουν κληθεῖ «ἐπ̉ ἐλευθερίᾳ», ἐπειδή ὡς ἄνθρωποι πού ὑπόκεινται στόν νόμο τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου δέν εἶναι ἐλεύθεροι. Ὁ θάνατος, πού τερματίζει τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, τερματίζει καί τήν ἐλευθερία του. Καί ὁ φόβος τοῦ θανάτου, πού τόν καταπιέζει σέ ὁλόκληρη τήν ζωή του, καταπιέζει καί τήν ἐλευθερία του· τόν καθιστᾶ δοῦλο. Ὅποιος φοβᾶται τόν θάνατο, λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «δοῦλός ἐστι, καί πάντα ὑφίσταται ὑπέρ τοῦ μή ἀποθανεῖν»[4].
Ἡ κλήση πρός τήν ἐλευθερία δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀόριστη, ἀλλά ὀφείλει νά ἔχει κάποια κατεύθυνση. Ὅταν ἡ ἐλευθερία δέν ἔχει κάποια κατεύθυνση, ὁδηγεῖ στό χάος.Ἡ χριστιανική κατεύθυνση ὄχι μόνο δέν περιορίζει ἀλλά καί προωθεῖ τήν ἐλευθερία. Δέν ἀποτελεῖ περιοριστικό μονόδρομο, ἀλλά ἀπειροδιάστατο ὁρίζοντα, μέσα στόν ὁποῖο μπορεῖ ὁ καθένας μέ τόν προσωπικό του τρόπο νά καταξιώσει τήν ὕπαρξή του. Ἔτσι δέν προσδιορίζεται ὁ τρόπος τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά δια σφαλίζεται ἡ προϋπόθεση τῆς ἐλευθερίας του, πού εἶναι σέ τελική ἀνάλυση ἡ ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου. Χωρίς τήν ὑπέρβαση αὐτήν ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά ἀποκτήσει τήν ἐλευθερία.
Ἡ πορεία πρός τήν ἐλευθερία εἶναι καί πορεία πρός τήν τελείωση καί καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἡ πορεία αὐτή δέν μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ, παρά μόνο ὡς πορεία πρός τόν Χριστό. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀναζήτηση τῆς ἐλευθερίας εἶναι μάταια, γιατί περιορίζεται ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου καί διαψεύδεται μέ τήν ἔλευσή του. Μόνο ἡ πορεία πρός τόν Χριστό εἶναι πορεία πρός τήν ἀληθινή ἐλευθερία, γιατί ὁ Χριστός ὡς νικητής τοῦ θανάτου εἶναι ταυτόχρονα ὁ ἐλευθερωτής τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν δουλεία καί ἡ ὁδός πρός τήν ἐλευθερία του[5]. Εἶναι ὁ χορηγός τῆς αἰώνιας ζωῆς καί τῆς ἀκατάλυτης ἐλευθερίας.
Ἡ χριστιανική ἠθική εἶναι νοητή καί ἐφαρμόσιμη μόνο ὡς ἠθική τῆς ἀναστάσεως ἤ τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου. Καί τό ἰδιαίτερο περιεχόμενό της δέν ἀντλεῖται ἀπό τό φυσικό, τό ψυχολογικό ἤ τό κοινωνικό ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ὅπως συμβαίνει μέ κάθε ἄλλη ἠθική. Βέβαια καί τά ἐπίπεδα αὐτά εἶναι χρήσιμα καί βοηθητικά γιά τήν χριστιανική ἠθική. Ἐκεῖνο ὅμως πού χαρακτηρίζει καί ξεχωρίζει τήν ἠθική αὐτή ἀπό κάθε ἄλλη ἠθική, δέν προέρχεται ἀπό τά ἐπίπεδα αὐτά, ἀλλά ἀπό τό ὀντολογικό ἤ πνευματικό ἐπίπεδο, ἀπό τήν ὀντολογία τῆς καινῆς κτίσεως, καί εἰδικότερα τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου.
Μέ ἄλλα λόγια ἡ χριστιανική ἠθική δέν εἶναι κάποιο σύστημα ἠθικῆς οὔτε δημιουργεῖ κάποιο δικό της κύκλωμα. Εἶναι ἀπολύτως ἀνοικτή στήν ἀνθρώπινη φύση. Ποιά ὅμως εἶναι ἡ αὐθεντική ἀνθρώπινη φύση; Μήπως αὐτή πού ζεῖ ἐμπειρικά ὀ καθένας; Ἀλλά αὐτή εἶναι διασπασμένη καί ἐμπαθής. Γι̉ αὐτό καί κάθε ἠθικολόγος ἤ κοινωνικός μεταρρυθμιστής μπορεῖ νά δημιουργήσει, καί ἔχουν πολλοί δημιουργήσει, δική τους ἠθική.
Καθεμία ἀπό τίς ἠθικές αὐτές δημιουργεῖ τό δικό της κύκλωμα, πού ἐκφράζει τίς ἰδέες τοῦ εἰσηγητοῦ της. Καθεμία ἀπό αὐτές προϋποθέτει κάποια ἰδιαίτερη ἀντίληψη γιά τόν ἄνθρωπο καί τήν ἀνθρώπινη φύση, κάποια δική της ἀνθρωπολογία, στήν ὁποία καί στηρίζεται. Καί ἡ χριστιανική ἠθική στηρίζεται στήν δική της ἀνθρωπολογία. Στηρίζεται στήν αὐθεντική ἀνθρώπινη φύση καί στόν τέλειο ἄνθρωπο, πού εἶναι ὁ Χριστός. Καί εἶναι ὁ Χριστός τέλειος ἄνθρωπος, γιατί εἶναι καί τέλειος Θεός. Εἶναι τό ἀρχέτυπο «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ ὁποίου δημιουργήθηκε ὁ ἄνθρωπος.
Μέσα στήν προοπτική αὐτή γίνεται φανερό ὅτι ἡ χριστιανική ἠθική δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ἐνεργοποίηση τῆς νέας ὀντολογίας καί ἀκριβέστερα τῆς νέας ἀνθρωπολογίας, τήν ὁποία φανέρωσε ὁ Χριστός μέσα στόν κόσμο. Καί τό κατεξοχήν νέο, πού φανέρωσε ὁ Χριστός στόν κόσμο, εἶναι ἡ νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστός νίκησε τόν θάνατο καί ἠγέρθη ἐκ τῶν νεκρῶν, «ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν...οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν»[6].
Ἡ χριστιανική ἠθική καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά νικήσει τόν φόβο τοῦ θανάτου καί νά ζήσει ἐλεύθερος ἀπό αὐτόν. Μόνο ἔτσι μποροῦν νά νοηθοῦν καί νά βιωθοῦν οἱ ἰδιαζόντως χριστιανικές ἀπαιτήσεις τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ: «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν»[7], ἤ «εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα...ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι»[8].
Ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, καί τό μίσος πρός τούς οἰκείους καί πρός τόν ἴδιο ἀκόμα τόν ἑαυτό, εἶναι ὄχι μόνο ἀδύνατα ἀλλά καί παράλογα μέσα στά δεδομένα τοῦ παρόντος κόσμου. Πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἀγαπήσει τούς ἐχθρούς του, αὐτούς δηλαδή πού ἐπιβουλεύονται τήν ἴδια τήν ζωή του, ἤ νά μισήσει τούς γονεῖς του, αὐτούς δηλαδή πού τοῦ προσφέρουν καί στηρίζουν τήν ζωή του, ἐπιπλέον μάλιστα νά μισήσει καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, ἄν δέν ἔχει νικήσει τόν θάνατο ἤ ἄν δέν ἔχει παραφρονήσει;
Ἡ ἠθική τῆς καινῆς κτίσεως εἶναι σέ τελική ἀνάλυση δυνατή καί ἐφαρμόσιμη μόνο μέ τήν ἐμπειρία τῆς ἀναστάσεως. Μέ αὐτήν τήν ἐμπειρία ἔζησαν καί ζοῦν διαχρονικά οἱ ἅγιοι, ὅπως καί ὅλοι οἱ ἀληθινοί Χριστιανοί μέσα στόν κόσμο. Καί ἡ ἐμπειρία αὐτή βιώνεται καθημερινά μέ τήν ἀγάπη. «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τούς ἀδελφούς»[9]. Μέ τήν ἀγάπη κάνει ὁ πιστός τήν ζωή τοῦ ἄλλου δική του ζωή, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ζεῖ στά πρόσωπα αὐτῶν πού τόν ἀγαποῦν ἀληθινά, ἐνῶ ὅλοι μαζί ζοῦν στό πρόσωπο, στήν ὑπόσταση τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ. Αὐτό βέβαια προϋποθέτει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι πραγματική, δηλαδή ἀνιδιοτελής. Καί τέτοια ὀφείλει νά εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστιανοῦ.
Πῶς ὅμως μπορεῖ ὁ ἐνδεής ἄνθρωπος πού ἔχει τόσες ἀνάγκες, ζώντας μέσα στό κλίμα τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, νά παραμερίσει τήν ἰδιοτέλεια καί νά ζήσει μέ ἀνιδιοτελή ἀγάπη;
Τό ἐρώτημα αὐτό γιά τόν νεωτερικό καί τόν μετανεωτερικό ἄνθρωπο μένει ἀναπάντητο. Ὁ ἐγκλωβισμός του στήν ἐγκοσμιότητα, ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη του στόν ὀρθό λόγο, ὁ περιορισμός του σέ ἀντικειμενικές χρηστικές ἀλήθειες, ἡ εὐθύγραμμη ἐνατένιση τοῦ χρόνου, χωρίς καμία ὑπερβατική προοπτική ἤ ἀναφορά ὑποβιβάζουν τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου στό ἐπίπεδο τοῦ ζώου. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν πιστεύει σέ τίποτε, πού δεν ἐλπίζει σέ τίποτε δέν εἶναι ἐλεύθερος, ἀλλά εἶναι τίποτε. Μιά τέτοια ἐλευθερία, πού ὀνειρεύτηκαν μερικοί, εἶναι σκέτος ἀφανισμός.
«Ἀγοράζω, ἄρα ὑπάρχω», ἦταν ἕνα σλόγκαν τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας. Καί ὅσα περισσότερα μπορῶ νά ἀγοράζω καί νά καταναλώνω, τόσο εὐτυχέστερος μπορῶ νά εἶμαι. Ἔτσι προβλήθηκε τό ἰδεῶδες τῆς διαρκῶς αὐξανόμενης οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καί εὐημερίας. Ὅλοι παρασυρθήκαμε καί τό υἱοθετήσαμε. Δέν θέλαμε ὅσα χρειαζόμασταν, ἀλλά χρειαζόμασταν ὅσα θέλαμε. Καί ἐπειδή τό ἀνθρώπινο θέλημα εἶναι ἀκόρεστο, γι’ αὐτό καί οἱ ἀπαιτήσεις μας ἔγιναν ἀπεριόριστες. Λησμονήσαμε τήν αὐτάρκεια καί τήν λογική χρήση τῶν πραγμάτων καί ὁδηγηθήκαμε στήν κατάχρηση καί τήν παράχρησή τους, πού προκάλεσαν τήν οἰκονομική καί τήν ἠθική κρίση.
Σήμερα δέν λείπουν τά πράγματα πού μποροῦν νά ἱκανοποιήσουν τίς ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Λείπει ὅμως ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου νά περιορισθεῖ στίς πραγματικές ἀνάγκες του. Λείπει ἀκόμα τό ἐνδιαφέρον γιά τίς βασικές ἀνάγκες πού ἔχουν οἱ ἄλλοι. Ἔτσι φτάσαμε στήν παράχρηση τῶν ἀγαθῶν, στήν ἐκμετάλλευση τῶν ἀδυνάτων, στήν κατασπατάληση τοῦ φυσικοῦ πλούτου πού ἀνήκουν στά παιδιά καί τά ἐγγόνια μας. Δέν γίναμε μόνο ἄσωτοι υἱοί ἀλλά καί ἄσωτοι πατέρες.
Λησμονήθηκε ἡ θεμελιώδης βάση τῆς χριστιανικῆς, ἀλλά καί γενικότερα τῆς κάθε ἀνθρώπινης ἠθικῆς, ὅτι δηλαδή ὅλοι μας ἔχουμε «τό εἶναι δεδανεισμένον». Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θέλει νά σκέφτεται αὐτόνομα, νά ἐνεργεῖ αὐτόνομα καί νά πιστεύει στήν ἀρχή τῆς αὐτονομίας. Δέν περιμένει τίποτε ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό μας, δέν ἐλπίζει σέ τίποτε πού δίνει οὐσιαστικό νόημα στήν ζωή του καί ζεῖ τήν ἐλευθερία τῆς ἀπελπισίας του.
Μέ τά δεδομένα αὐτά τό μόνο πού μπορεῖ νά προσφέρει ἡ γενιά μας στούς νέους εἶναι ἕνα ἀρνητικό παράδειγμα πρός ἀποφυγήν. Ἕνα παράδειγμα νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς πού υἱοθετήθηκε, δοκιμάστηκε καί ὁδήγησε σέ τραγικό ἀδιέξοδο. Σέ ἀδιέξοδο πού ἀντιμετωπίζουν καί θά ἀντιμετωπίσουν ἀκόμα σκληρότερα οἱ νέοι. Καί τό μόνο θετικό παράδειγμα πού ἔχουμε νά τούς προσφέρουμε εἶναι ἡ μετάνοια.
Ἡ βίωση τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς θέλει τόλμη καί ἐνθουσιασμό· ἀκριβέστερα θέλει νεανική τόλμη καί νεανικό ἐνθουσιασμό. Αὐτά διέκριναν τήν ζωή ὅλων τῶν ἁγίων, νέων καί γερόντων, τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ καθαρός νοῦς, ἡ ἀληθινή ἀγάπη, ἡ ἔμπνευση, προσιδιάζουν περισσότερο στήν νεανική ἡλικία. Καί ὅταν ὁ νέος διατηρεῖ καθαρό τόν νοῦ του, καλλιεργεῖ στήν καρδιά του ἀληθινή ἀγάπη καί ἐμπνέεται ἀπό τήν πίστη του, τότε μπορεῖ νά νικήσει στόν ἀγώνα τῆς ζωῆς.
Ὁ Χριστιανός μπορεῖ νά ζήσει μέ ἀνιδιοτελή ἀγάπη, γιατί αὐτό πού ἐπιδιώκει στήν ζωή του τό παίρνει ἐξαρχῆς μέ τήν εἴσοδό του στήν Ἐκκλησία, καί μπορεῖ νά τό γευθεῖ μέ τήν πίστη καί τήν ἀγάπη στήν καθημερινή του ἐμπειρία. Ἡ πίστη στόν Χριστό καί τήν ἀνάστασή του, ἀλλά καί ἡ μετοχή στήν ἐν Χριστῷ ζωή του μέ τά μυστήρια καί τήν ἀγάπη, προσφέρουν τό σύνολο τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ἤ ἀκριβέστερα τόν ἴδιο τόν Θεό στόν ἄνθρωπο καί νικοῦν τόν φόβο τοῦ θανάτου.
Ἡ ἀφομοίωση ὅμως τῆς ἀλήθειας αὐτῆς καί ἡ βίωσή της δέν εἶναι θεωρητικές ὑποθέσεις οὔτε πραγματοποιοῦνται μέ μεταθέσεις τοῦ νοῦ ἤ τῆς φαντασίας σέ μελλοντικές καταστάσεις. Ἀποτελοῦν ὀντολογικά γεγονότα πού πραγματοποιοῦνται στήν καθημερινή ζωή μέ ἄσκηση, ὑπομονή καί προσευχή. Εἶναι ὁ καρπός τῆς μετοχῆς τῆς θείας ζωῆς μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο.
Ἡ ἀνάσταση δέν εἶναι μόνο κάτι πού ἀναμένεται μετά τόν βιολογικό θάνατο, ἀλλά καί κάτι πού βιώνεται μέσα στήν καθημερινότητα μέ τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί τόν πλησίον. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι ἐκείνη πού παρέχει τήν δύναμη γιά τήν ἀντιμετώπιση καί τήν ὑπέρβαση τῶν δεινῶν τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος «ἀπέθνησκε καθ’ ἡμέραν»[10], ἐπειδή μποροῦσε νά ζεῖ καθημερινῶς τήν ἀνάσταση. Καί κάθε μιμητής τῆς ζωῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου μπορεῖ νά ἀποθνήσκει ὅπως ἐκεῖνος «καθ’ ἡμέραν», στόν βαθμό πού ζεῖ καθημερινῶς τήν ἀνάσταση.
Ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογη πρός τήν φιλαυτία, πού ἀποτελεῖ τήν μητέρα «πάντων τῶν κακῶν». Ὅσο καταπολεμεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν φιλαυτία, τόσο ἐνισχύει τήν ἀληθινή ἀγάπη. Καί ὅσο ἀναπτύσσει τήν ἀληθινή ἀγάπη, τόσο ἀφανίζει τήν φιλαυτία. Ἡ διεργασία ὅμως αὐτή ἀπαιτεῖ ἔντονο ἀγώνα κατά τοῦ ἐγωισμοῦ, πού ἀποτελεῖ τόν μεγαλύτερο ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπου, τήν ρίζα τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν πού καταδυναστεύουν τόν ἄνθρωπο.
Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας πρός τούς Γαλάτας, «ὑμεῖς γάρ ἐπ̉ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί», προσέθεσε· «μόνον μή τήν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμήν τῇ σαρκί, ἀλλά διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις»[11]. Ἐδῶ βρίσκεται καί τό κομβικό σημεῖο τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς· ἐδῶ συνοψίζεται ὁ σταυρικός χαρακτήρας καί τό ἀναστάσιμο πνεῦμα της. Ἡ ἐλευθερία δέν εἶναι ἀσυδοσία ἤ αὐτοεγκατάλειψη στήν σάρκα καί τίς ἐπιθυμίες της. Μιά τέτοια κατάσταση ἀποτελεῖ πνευματική κατάπτωση καί ἔσχατη μορφή δουλείας. Ἡ ἐλευθερία κερδίζεται μέ τήν ἀληθινή, τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή νικᾶ τόν θάνατο καί διανοίγει στόν ἄνθρωπο τούς ἀπέραντους ὁρίζοντες πού ξεπερνοῦν τόν χῶρο καί τόν χρόνο.
Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλευθερία εἶναι οἱ πρωταρχικές ἀναζητήσεις τῶν νέων πού ἀναζητοῦν τήν ὁλοκλήρωσή τους καί τήν ἀποδέσμευσή τους ἀπό τήν ἀποπνικτική πραγματικότητα τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ὁ ἔρωτας, πού ὡς ἰδιοτελής καταρχήν κίνηση ἀποτελεῖ ἐφαλτήριο γιά τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη καί ὁλοκληρώνεται ὡς κοινωνία προσώπων στήν οἰκογένεια, μεταλλάσσεται στήν σύγχρονη κοινωνία σέ ἀγοραία καί χυδαία συναλλαγή. Καί ἡ ἐλευθερία, πού ὡς δυνατότητα αὐτεξούσιων ἐπιλογῶν ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, ἐκλαμβάνεται ὡς περιπλάνηση μέσα στό χάος τῶν παθῶν καί τῶν ὀρέξεων.
Οἱ νέοι σήμερα δέν ἔχουν νά κάνουν τίποτε καλύτερο ἀπό τό νά σκεφτοῦν καί νά ἀναλογιστοῦν, ποῦ ὁδηγηθήκαμε μέ τήν ἀφροσύνη καί τήν πλεονεξία τῶν γονιῶν καί τῶν προγόνων τους.
Μέσα στό πνεῦμα αὐτό πρέπει νά κατανοοῦνται καί νά προβάλλονται οἱ ἠθικές ἐντολές. Οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι δεσμευτικοί κανόνες· εἶναι δεῖκτες ἐλευθερίας. Αὐτές, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ Ἐρημίτης, φυλάσσουν «τούς ὅρους τῆς δοθείσης ἡμῖν ἐλευθερίας»[12]. Ὁ ἄνθρωπος πού ἐλευθερώνεται ἀπό τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί ἀνακαινίζεται μέσα στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, καλεῖται νά ἀφομοιώσει ὡς πρόσωπο τήν νέα αὐτή ὀντολογία. Καλεῖται μέ τήν πίστη του πρός τόν Χριστό καί τήν ἀγάπη νά ζήσει τήν ἀλήθεια τῆς ἀθάνατης ζωῆς, πού δέν ἀναμένεται μόνο στόν μέλλοντα αἰώνα, ἀλλά ἀρχίζει καί γίνεται ἐμπειρικά αἰσθητή ἐδῶ καί τώρα.
Συμπερασματικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι χριστιανική ἠθική, ὡς ἐφηρμοσμένη ὀντολογία τῆς καινῆς κτίσεως, τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ ἠθική τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας. Στήν ἐλευθερία αὐτή εἰσάγεται ὁ ἄνθρωπος μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί παραμένει μέ τήν τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία ἐντολή δέν εἶναι ἀπαγορευτικός κανόνας, ἀλλά δείκτης ἐλευθερίας. Εἶναι πρόσκληση γιά ἀσκητικό ἄνοιγμα πρός τήν ἀκατάλυτη ἐλευθερία, τήν αἰώνια ζωή. Ὅπως βεβαίωσε ὁ Χριστός, ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ὡς οὐσιώδης ἐνέργειά του, «ζωή αἰώνιός ἐστι».
Ομιλία στα πλαίσια της επιμόρφωσης των Στελεχών της Κατηχητικής Κίνησης της Μητροπόλεως Κωνσταντίας - Αμμοχώστου, τη Δευτέρα 11 Μαρτίου, στο Παραλίμνι.
[2]. Ματθ. 11,29-30. Πρβλ. ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 22011, σ. 301.
[4]. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τήν πρός Ἑβραίους 4, PG 63,41,
[12]. Μάρκου Ἐρημίτου, Περί τοῦ θείου Βαπτίσματος, PG 65,989.