Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ, κ. Γ.Ματζαρίδη (11-3-2013)

Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ
 κ. Γεώργιου Ματζαρίδη

   Τό κατηχητικό ἔργο, ὡς ἔργο ἐκκλησιαστικῆς ἐπι­μορ­φώσεως, πρέπει νά ἔχει πάντοτε ἐνώπιόν του τήν μορφή τήν ὁποία θά προσδώσει καί τό ἦθος πού θά καλλιεργήσει στούς νέους πού διαπαιδαγωγεῖ. Αὐτά ἴσως θεωροῦνται δεδομένα καί ἀδιαπραγμάτευτα. Κά­ποι­ος σαφέστερος καί ἀκριβέστερος ὅμως προσδιορι­σμός τους δέν θά ἦταν μόνο χρήσιμος ἀλλά καί ἀπα­ραί­τητος.


Ἡ μορφή πού ἀποσκοπεῖ νά σμιλεύσει τό κατη­χη­τι­κό ἔργο στούς νέους εἶναι αὐτή τοῦ Χριστοῦ. Σκοπός τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου εἶναι ἡ ἀνάδειξη συνειδητῶν Χριστια­νῶν. Εἶναι ἡ ἀνάδειξη μιμητῶν τοῦ Χριστοῦ. Καί ἐπειδή τό ἔργο αὐτό εἶναι πρωτίστως πρακτικό καί δευ­τερευόντως θεωρητικό, εἶναι φυσικό νά πραγματοποι­εῖται πρωτίστως μέ τό πρόσωπο καί τό παράδειγμα τοῦ κατηχητοῦ, καί δευτερευόντως μέ τόν λόγο καί τήν δι­δα­σκαλία του.

Κατηχητικό εἶναι ὁ κατηχητής. Βέβαια καί ὁ λόγος τοῦ κατηχητῆ, ἡ δι­δα­σκαλία του, ἔχει τήν ἀξί­α της. Ὅταν ὅμως αὐτή δέν ἐκφράζει τήν πίστη καί τό ἦθος τοῦ κατηχητῆ, ἀτονοῦν ἤ καί εὐτελίζονται. Αὐ­τός πού ἀνα­λαμβάνει νά κατευθύνει ἀνθρώπους πρός τόν Χρι­στό πρέπει νά μπορεῖ ὥς ἕνα τουλάχιστο βαθμό νά λέει αὐτό πού ἔλεγε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Μι­μηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ»[1].                           

Ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ ταυτίζεται μέ τήν χριστιανι­κή ζωή, ἤ ἀκριβέστερα μέ τήν χριστιανική ἠθική. Ἡ ἠθική αὐτή φαντάζει στά μάτια πολλῶν, καί ἰδιαίτερα τῶν νέων, ὡς σύστημα δε­σμευ­­τικῶν κα­νόνων πού κα­ταπιέζει τόν ἄνθρωπο καί περιορίζει τήν ἐλευθερία του. Καί δέν εἶναι ἀνεξήγητη μιά τέ­τοια ἐκ­δοχή της, ὅταν αὐ­τή σχηματίζεται μέ ἐξω­τε­ρικά κρι­τή­ρια, ἤ ὅταν ἐπι­χειρεῖ­ται νά ἐφαρμοσθεῖ χωρίς συναί­σθηση τῆς πραγ­μα­τικῆς ταυ­τότητάς της.

Προσεγ­γί­ζοντας ὅμως καλύ­τε­ρα τήν χρι­στι­ανική ἠθική καί ἐξε­τάζοντας βαθύτερα τό πνεῦμα της διαπιστώνουμε ὅτι αὐτή ὄχι μόνο δέν καταπιέζει τόν ἄνθρωπο καί δέν περι­ο­ρίζει τήν ἐλευ­θερία του, ἀλλά ἀντι­­θέ­τως τόν ἀνα­κουφίζει καί τόν κατευθύνει στήν ἀ­ληθι­νή καί ἀπερι­ό­ρι­στη ἐλευθερία.

Ἡ χριστιανική ἠθική δέν εἶναι συμβατική. Εἶναι ρι­ζοσπαστική καί ἐπαναστατική. Ὁ Χριστός μέ τήν διδα­σκαλία του διατάραξε τήν ἡσυχία μας. Κοιμόμα­σταν σάν ζῶα καί ἤμασταν ἱκανοποι­ημέ­νοι. Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἄρα­τε τόν ζυγόν μου ἐφ̉ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ̉ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρή­σετε ἀνά­παυσιν ταῖς ψυ­χαῖς ὑμῶν· ὁ γάρ ζυγός μου χρη­στός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν»[2].

 Δέν ὑπάρ­χει ἄνθρω­πος χωρίς ζυγό καί χωρίς φορ­τίο. Ὅποι­ος ὅμως ἀκο­λου­θεῖ τόν Χριστό, ἀναλαμβάνει ἁπαλό ζυ­γό καί ἐλαφρό φορτίο. Ἀλλά καί ἡ πρόσκληση πού ἀ­πευ­­θύνει ὁ Χρι­στός στόν ἄνθρωπο, ἡ πορεία στήν ὁποία τόν καλεῖ εἶναι πρόσκλη­ση καί πορεία πρός τήν ἐλευ­θερία: «Ὑμεῖς ἐπ̉ ἐλευθερίᾳ ἐκλή­θητε, ἀ­δελ­­φοί»[3], δηλώ­νει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Γαλά­τας.

Ἡ ἐλευθερία βιώνεται ἀπό τόν ἄνθρωπο ὡς ἀνεμπόδιστη κίνηση καί ἐπέκταση στόν χῶρο καί τόν χρόνο. Ὅποι­ος περιορίζεται μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, ἔχει περιορισμένη καί τήν ἐλευθερία του. Πόσο ἐλεύθερος εἶναι ὁ φυλακισμένος; Καί πόση ἐλευ­θερία διαθέτει αὐτός πού δέν ἔχει περι­θώ­ρια ζωῆς καί περι­μένει τόν θάνατο; Ἄν ἡ πρόσκληση αὐτή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐπίκαιρη γιά ὅλους, γίνεται φα­νερό, πόσο πιό ἐπί­καιρη εἶναι γιά τούς νέους.

 Οἱ Χριστιανοί ἔχουν κληθεῖ «ἐπ̉ ἐλευθερίᾳ». Καί ἔχουν κληθεῖ «ἐπ̉ ἐλευ­θερίᾳ», ἐπειδή ὡς ἄνθρωποι πού ὑπόκεινται στόν νόμο τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου δέν εἶναι ἐλεύθεροι. Ὁ θάνατος, πού τερματίζει τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, τερματίζει καί τήν ἐλευθερία του. Καί ὁ φόβος τοῦ θανάτου, πού τόν καταπιέζει σέ ὁλόκληρη τήν ζωή του, καταπιέζει καί τήν ἐλευθε­ρία του· τόν κα­θιστᾶ δοῦλο. Ὅποιος φοβᾶται τόν θάνατο, λέει ὁ ἱερός Χρυ­­σόστομος, «δοῦλός ἐστι, καί πάντα ὑφίσταται ὑπέρ τοῦ μή ἀπο­θανεῖν»[4].

Ἡ κλήση πρός τήν ἐλευθερία δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀόριστη, ἀλ­λά ὀφείλει νά ἔχει κάποια κατεύ­θυνση. Ὅταν ἡ ἐλευθερία δέν ἔχει κάποια κατεύ­θυνση, ὁδηγεῖ στό χά­ος.Ἡ χρι­στιανική κατεύθυνση  ὄχι μόνο δέν περι­ο­ρίζει ἀλλά καί προ­­ω­θεῖ τήν ἐλευθερία. Δέν ἀποτελεῖ περιο­ριστικό μονόδρομο, ἀλλά ἀπει­ροδιά­στατο ὁρίζο­ντα, μέ­σα στόν ὁποῖο μπορεῖ ὁ καθένας μέ τόν προσω­πικό του τρόπο νά κατα­ξιώσει τήν ὕπαρξή του. Ἔτσι δέν προσδι­ορί­ζεται ὁ τρόπος τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώ­που, ἀλλά δια σφ­α­λίζεται ἡ προϋ­πόθεση τῆς ἐλευ­θερίας του, πού εἶ­ναι σέ τελική ἀνάλυση ἡ  ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θα­νάτου. Χωρίς τήν ὑπέρβα­ση  αὐ­­τήν ὁ ἄνθρωπος ἀδυ­να­τεῖ νά ἀποκτήσει τήν ἐλευ­θερία.

Ἡ πορεία πρός τήν ἐλευθερία εἶναι καί πορεία πρός τήν τελείωση καί καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἡ  πορεία αὐτή δέν μπορεῖ νά πρα­γ­μα­το­ποιηθεῖ, παρά μόνο ὡς  πορεία πρός τόν Χριστό. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀ­να­­ζήτηση τῆς ἐλευθερίας εἶναι μάταια, γιατί περιορί­ζε­ται ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου καί διαψεύ­δεται μέ τήν ἔλευσή του. Μόνο ἡ πορεία πρός τόν Χριστό εἶναι πο­ρεία πρός τήν ἀληθινή ἐλευθερί­α, γιατί ὁ Χριστός ὡς νι­κητής τοῦ θανάτου εἶναι ταυτόχρονα ὁ ἐλευθε­ρωτής τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν δουλεία καί ἡ ὁδός πρός τήν ἐλευ­­θερία του[5]. Εἶναι ὁ χορηγός τῆς αἰώνιας ζωῆς καί τῆς ἀκατάλυτης ἐλευ­­θερίας.

 Ἡ χριστιανική ἠθική εἶναι νοητή καί ἐφαρμόσιμη μόνο ὡς ἠθική τῆς ἀναστάσεως ἤ τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου. Καί τό ἰδιαίτερο πε­ριεχόμενό της δέν ἀν­τλεῖ­ται ἀπό τό φυσικό, τό ψυχολογικό ἤ τό κοινω­νικό ἐπί­πεδο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ὅπως συμ­βαίνει μέ κά­­θε ἄλλη ἠθική. Βέβαια καί τά ἐπίπεδα αὐτά εἶναι χρήσιμα καί βο­η­θητικά γιά τήν χρι­στιανική ἠθική. Ἐκεῖνο ὅμως πού χαρακτηρίζει καί ξεχωρίζει τήν ἠθική αὐτή ἀπό κάθε ἄλλη ἠθική, δέν προέρχεται ἀπό  τά ἐπίπεδα αὐ­τά, ἀλλά ἀπό τό ὀντολο­γικό ἤ πνευ­ματικό ἐπίπεδο, ἀπό τήν ὀντο­λογία τῆς καινῆς κτίσεως, καί εἰδικότερα τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου.

Μέ ἄλλα λόγια ἡ χριστιανική ἠθική δέν εἶναι κά­ποιο σύστημα ἠθικῆς οὔτε δημιουργεῖ κάποιο δικό της κύκλωμα. Εἶναι ἀπολύτως ἀνοικτή στήν ἀνθρώπινη φύση. Ποιά ὅμως εἶναι ἡ αὐθεντική ἀνθρώπινη φύση; Μήπως αὐτή πού ζεῖ ἐμπειρικά ὀ καθένας; Ἀλλά αὐτή εἶναι διασπασμένη καί ἐμπαθής. Γι̉ αὐτό καί κάθε ἠθι­κολόγος ἤ κοινωνικός μεταρρυθμιστής μπορεῖ νά δημι­ουργήσει, καί ἔχουν πολλοί δημιουργήσει, δική τους ἠθι­κή.

 Καθεμία ἀπό τίς ἠθικές αὐτές δημιουργεῖ τό δικό της κύκλωμα, πού ἐκφράζει τίς ἰδέες τοῦ εἰσηγητοῦ της. Καθεμία ἀπό αὐτές προϋποθέτει κάποια ἰδιαίτερη ἀντί­ληψη γιά τόν  ἄνθρωπο καί τήν ἀνθρώπινη φύση, κά­ποι­α δική της ἀνθρωπολογία, στήν ὁποία καί στηρί­ζε­ται. Καί ἡ χριστιανική ἠθι­κή στηρίζεται στήν δική της ἀνθρωπολογία. Στηρίζεται στήν αὐθε­ντι­κή ἀνθρώπινη φύση καί στόν τέλειο ἄνθρω­πο, πού εἶ­ναι ὁ Χριστός. Καί εἶναι ὁ Χριστός τέλειος ἄνθρωπος, γιατί εἶναι καί τέλειος Θεός. Εἶναι τό ἀρχέτυπο «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ ὁποίου δημιουργήθηκε ὁ ἄνθρωπος.

Μέσα στήν προοπτική αὐτή γίνεται φανερό ὅτι ἡ χριστιανική ἠθική δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ἐνερ­γοποίηση τῆς νέας ὀντολογίας καί ἀκριβέστερα τῆς νέ­ας ἀνθρωπολογίας, τήν ὁποία φανέρωσε ὁ Χριστός μέ­σα στόν κόσμο. Καί τό κατεξοχήν νέο, πού  φανέρωσε ὁ Χριστός στόν κόσμο, εἶναι ἡ νίκη ἐναντίον τοῦ θανά­του. Ὁ Χριστός νίκησε τόν θάνατο καί ἠγέρθη ἐκ τῶν νε­κρῶν, «ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν...οὕτω καί ἡμεῖς ἐν και­νότητι ζωῆς περι­πατή­σωμεν»[6].

Ἡ χριστιανική ἠθική καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά νι­κήσει τόν φόβο τοῦ θανάτου καί νά ζήσει ἐλεύθερος ἀπό αὐτόν. Μόνο ἔτσι μποροῦν νά νοη­θοῦν καί νά βιω­θοῦν οἱ ἰδιαζόντως χρι­στιανικές ἀπαιτήσεις τοῦ Εὐαγ­γε­λίου τοῦ Χριστοῦ: «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν, ἀγα­πᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν»[7], ἤ «εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα...ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι»[8].

Ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, καί τό μίσος πρός τούς οἰκείους καί πρός τόν ἴδιο ἀκόμα τόν ἑαυτό, εἶναι ὄχι μόνο ἀδύνατα ἀλλά καί παράλογα μέσα στά δεδο­μένα τοῦ παρόντος κόσμου. Πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἀγαπήσει τούς ἐχθρούς του, αὐτούς δηλαδή πού ἐπιβουλεύονται τήν ἴδια τήν ζωή του, ἤ νά μισή­σει τούς γο­νεῖς του, αὐτούς δηλαδή πού τοῦ προ­σφέρουν καί στηρίζουν τήν ζωή του, ἐπι­πλέον μάλιστα νά μισήσει καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, ἄν δέν ἔχει νική­σει τόν θά­νατο ἤ ἄν δέν ἔχει παρα­φρονήσει;

Ἡ ἠθική τῆς καινῆς κτίσεως εἶναι σέ τελική ἀνάλυση δυνατή καί ἐφαρμό­σιμη μόνο μέ τήν ἐμπειρία τῆς ἀναστάσεως. Μέ αὐτήν τήν ἐμπει­ρία ἔζη­σαν καί ζοῦν διαχρονικά οἱ ἅγιοι, ὅπως καί ὅλοι οἱ ἀληθινοί Χριστι­ανοί μέσα στόν κόσμο. Καί ἡ ἐμπειρία αὐτή βιώ­νεται  καθημερινά μέ τήν ἀγάπη. «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι με­­ταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ὅτι ἀγα­πῶμεν τούς ἀδελφούς»[9]. Μέ τήν ἀγάπη κάνει ὁ πιστός τήν ζωή  τοῦ ἄλ­λου δική του ζωή, ἀλλά καί ὁ ἴδι­ος ζεῖ στά πρόσωπα αὐτῶν πού τόν ἀγα­ποῦν ἀληθινά, ἐνῶ ὅλοι μαζί ζοῦν στό πρόσωπο, στήν ὑπόσταση τοῦ ἀνα­στάντος Χρι­στοῦ. Αὐτό βέβαια προϋποθέτει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι πραγ­ματική, δηλαδή ἀνιδιοτελής. Καί τέ­τοια ὀφείλει νά εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χρι­στιανοῦ.

Πῶς ὅμως μπορεῖ ὁ ἐνδεής ἄνθρωπος πού ἔχει τό­σες ἀνάγκες, ζώντας μέσα στό κλίμα τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, νά παραμερίσει τήν ἰδιοτέλεια καί νά ζή­σει μέ ἀνιδιοτελή ἀγάπη;

Τό ἐρώτημα αὐτό γιά τόν νεωτερικό καί τόν μετα­νεωτερικό ἄνθρωπο μέ­νει ἀναπάντη­το. Ὁ ἐγκλωβισμός του στήν ἐγκο­σμιό­τητα, ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη του στόν ὀρθό λόγο, ὁ περιορισμός του σέ ἀντικειμενικές χρη­στικές ἀλή­θειες, ἡ εὐθύγραμμη ἐνατένιση τοῦ χρό­νου, χωρίς κα­μία ὑπερ­βατική προοπτική ἤ ἀναφορά ὑπο­βιβάζουν τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου στό ἐπίπεδο τοῦ ζώ­ου. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν πιστεύει σέ τίποτε, πού δεν ἐλπίζει σέ τίποτε δέν εἶναι ἐλεύθερος, ἀλλά εἶναι τί­ποτε. Μιά τέτοια ἐλευθερία, πού ὀνειρεύτηκαν μερικοί, εἶναι σκέτος ἀφα­νισμός.

«Ἀγοράζω, ἄρα ὑπάρχω», ἦταν ἕνα σλόγκαν τῆς κα­τα­ναλωτικῆς κοινωνίας. Καί ὅσα περισσότερα μπο­ρῶ νά ἀγοράζω καί νά καταναλώνω, τόσο εὐτυχέστε­ρος μπορῶ νά εἶμαι. Ἔτσι προβλήθηκε τό ἰδεῶδες τῆς διαρκῶς αὐξανόμενης οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καί εὐη­μερίας. Ὅλοι παρα­συρ­­θή­­καμε  καί τό υἱοθετήσαμε. Δέν θέλαμε ὅσα χρεια­ζό­μα­σταν, ἀλλά χρειαζόμασταν ὅσα θέλαμε. Καί ἐπει­δή τό ἀνθρώπινο θέλημα εἶναι ἀκό­ρεστο, γι’ αὐτό καί οἱ ἀπαιτήσεις μας ἔγιναν ἀπε­ριόριστες. Λησμονήσαμε τήν αὐτάρκεια καί τήν λογική χρήση τῶν πραγμάτων καί ὁδηγηθήκαμε στήν κατά­χρηση καί τήν παράχρησή τους, πού προκάλεσαν τήν οἰκονομική καί τήν ἠθική κρίση.

Σήμερα δέν λείπουν τά πράγματα πού μποροῦν νά ἱκανοποιήσουν τίς ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Λείπει ὅμως ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου νά περιορισθεῖ στίς πρα­γματικές ἀνάγκες του. Λείπει ἀκόμα τό ἐνδιαφέρον γιά τίς βασικές ἀνάγκες πού ἔχουν οἱ ἄλλοι. Ἔτσι φτάσαμε στήν παρά­χρηση τῶν ἀγαθῶν, στήν ἐκμε­τάλλευση τῶν ἀδυνάτων, στήν κατασπατάληση τοῦ φυσικοῦ πλούτου πού ἀνήκουν στά παιδιά καί τά ἐγγόνια μας. Δέν γίναμε μόνο ἄσωτοι υἱοί ἀλλά καί ἄσωτοι πατέρες.

Λησμονήθηκε ἡ  θεμελιώδης βάση τῆς χριστιανι­κῆς, ἀλλά καί γενικότερα τῆς κάθε ἀνθρώπινης ἠθικῆς, ὅτι δηλαδή ὅλοι μας ἔχουμε  «τό εἶναι δεδα­νει­σμένον». Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θέλει νά σκέφτεται αὐτόνομα, νά ἐνεργεῖ αὐτόνομα καί νά πι­στεύ­ει στήν ἀρχή τῆς αὐτονομίας. Δέν περιμένει τίποτε ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό μας, δέν ἐλπίζει σέ τίποτε πού δίνει οὐσιαστικό νόημα στήν ζωή του καί ζεῖ τήν ἐλευθερία τῆς ἀπελπισίας του.

Μέ τά δεδομένα αὐτά τό μόνο πού μπορεῖ νά προσφέρει ἡ γενιά μας στούς νέους εἶναι ἕνα ἀρνητικό παράδειγμα πρός ἀποφυγήν. Ἕνα παράδειγμα νοοτρο­πίας καί συμπεριφορᾶς πού υἱοθετήθηκε, δοκιμά­στη­κε καί ὁδήγησε σέ τραγικό ἀδιέξοδο. Σέ ἀδιέξοδο πού ἀντιμετωπί­ζουν καί θά ἀντιμετωπίσουν ἀκόμα σκληρό­τερα οἱ νέοι. Καί τό μόνο θε­τι­κό παράδειγμα πού ἔχου­με νά τούς προσφέρουμε εἶναι ἡ μετάνοια.

Ἡ βίωση τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς θέλει τόλμη καί ἐνθουσιασμό· ἀκριβέστερα θέλει νεανική τόλμη καί νε­α­νικό ἐν­θου­­σιασμό. Αὐτά διέκριναν τήν ζωή ὅλων τῶν ἁγίων, νέων καί γερόντων, τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ κα­θαρός νοῦς,  ἡ ἀληθινή ἀγάπη, ἡ ἔμπνευση, προσιδιά­ζουν περισσότερο στήν νεανική ἡλικία. Καί ὅταν ὁ νέος διατηρεῖ καθαρό τόν νοῦ του, καλλιεργεῖ στήν καρ­διά του  ἀληθινή ἀ­γάπη καί ἐμπνέεται ἀπό τήν πίστη του, τότε μπορεῖ νά νικήσει στόν ἀγώνα τῆς ζωῆς.

Ὁ Χριστιανός μπορεῖ νά ζήσει μέ ἀνιδιοτελή ἀγά­πη, γιατί αὐτό πού ἐπιδιώκει στήν ζωή του τό παίρνει ἐξαρχῆς μέ τήν εἴσοδό του στήν Ἐκκλησία, καί μπο­ρεῖ νά τό γευθεῖ μέ τήν πίστη καί τήν ἀγάπη στήν κα­θη­μερινή του ἐμπει­ρία. Ἡ πίστη στόν Χριστό καί τήν ἀνά­στασή του, ἀλλά καί  ἡ μετοχή στήν ἐν Χριστῷ ζωή του μέ τά μυ­­στήρια καί τήν ἀγάπη, προ­σφέρουν τό σύνολο τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ἤ ἀκρι­βέ­στερα τόν ἴδιο τόν Θεό στόν ἄνθρωπο καί νικοῦν τόν φόβο τοῦ θανάτου.

 Ἡ ἀφο­μοίωση ὅμως τῆς ἀλή­θειας αὐ­τῆς καί ἡ βίωσή της δέν εἶναι θεωρη­τικές ὑπο­θέσεις οὔτε πραγ­μα­­τοποιοῦνται μέ μετα­θέ­σεις τοῦ νοῦ ἤ τῆς φαντασίας σέ μελλοντικές καταστάσεις. Ἀποτε­λοῦν  ὀντο­­λογικά γεγονό­τα πού πραγματοποι­οῦνται στήν καθημε­ρι­νή ζωή μέ ἄσκη­­ση, ὑπομο­νή καί προσευχή. Εἶναι ὁ καρ­πός τῆς μετοχῆς τῆς θείας ζωῆς μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο.

 Ἡ ἀνάσταση δέν εἶναι μόνο κάτι πού ἀναμένεται μετά τόν βιο­λογικό θάνατο, ἀλλά καί κάτι πού βιώ­νε­ται μέσα στήν καθημερινότη­τα μέ τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί τόν πλησίον. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι ἐκείνη πού παρέχει τήν δύναμη γιά τήν ἀντι­με­τώ­πιση καί τήν ὑπέρβαση τῶν δεινῶν τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ὁ ἀπό­στο­λος Παῦλος «ἀπέθνησκε καθ’ ἡμέραν»[10], ἐπειδή μποροῦσε νά ζεῖ καθημερινῶς τήν ἀνάσταση. Καί κάθε μιμη­τής τῆς ζωῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου μπορεῖ νά ἀπο­θνήσκει ὅπως ἐκεῖνος «καθ’ ἡμέραν», στόν βαθμό πού ζεῖ καθημερινῶς τήν ἀνάσταση.

Ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογη πρός τήν φιλαυ­τί­α, πού ἀποτελεῖ τήν μητέρα «πάντων τῶν κακῶν». Ὅσο κατα­πο­λεμεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν φιλαυ­τία, τόσο ἐνισχύει τήν ἀληθινή ἀγάπη. Καί ὅσο ἀνα­πτύσσει τήν ἀληθινή ἀγάπη, τόσο ἀφανίζει τήν φιλαυ­τία. Ἡ διεργασία ὅμως αὐτή ἀπαιτεῖ ἔντονο ἀγώ­να κατά τοῦ ἐγωισμοῦ, πού ἀποτελεῖ τόν μεγα­λύτερο ἐ­χθρό τοῦ ἀνθρώπου, τήν ρίζα τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν πού καταδυναστεύουν τόν ἄνθρωπο.

Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας πρός τούς Γαλάτας, «ὑμεῖς γάρ ἐπ̉ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀ­δελ­­­φοί», προσέθεσε· «μόνον μή τήν ἐ­λευ­­­­θε­ρίαν εἰς ἀφορ­­μήν τῇ σαρκί, ἀλλά διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλ­λή­λοις»[11]. Ἐδῶ βρίσκεται καί τό κομβικό ση­μεῖο τῆς χρι­στι­ανικῆς ἠθικῆς· ἐδῶ συνοψίζεται ὁ σταυρικός χα­ρα­κτήρας καί τό ἀναστάσιμο πνεῦμα της. Ἡ ἐλευθερία δέν εἶναι ἀσυδοσία ἤ  αὐτο­εγκατάλειψη στήν σάρκα καί τίς ἐπι­θυ­μίες της. Μιά τέτοια κατάσταση ἀποτελεῖ πνευ­­­­­μα­τική κατάπτωση καί ἔσχατη μορφή δουλείας. Ἡ ἐλευθερία κερδίζεται μέ τήν ἀληθινή, τήν ἀνιδιοτελή  ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή νικᾶ τόν θάνατο καί διανοίγει στόν ἄνθρωπο τούς ἀπέραντους ὁρίζοντες πού ξεπερ­νοῦν τόν χῶρο καί τόν χρόνο.

Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλευθερία εἶναι  οἱ πρωταρχικές ἀναζητήσεις τῶν νέων πού ἀναζητοῦν τήν ὁλοκλήρωσή τους καί τήν ἀποδέσμευσή τους ἀπό τήν ἀποπνικτική πραγματικότητα τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ὁ ἔρω­τας, πού ὡς ἰδιοτελής καταρχήν κίνηση ἀποτελεῖ ἐφαλτήριο γιά τήν ἀνιδι­οτελή ἀγάπη καί ὁλοκληρώνεται  ὡς κοινωνία προσώπων στήν οἰκογέ­νει­α, μεταλλάσσεται στήν σύγ­χρονη κοινωνία σέ ἀγοραία καί χυδαία συναλ­λαγή. Καί ἡ ἐλευθερία, πού ὡς δυνατότητα αὐτεξούσιων ἐπιλο­γῶν ἀποτε­λεῖ τήν προϋπό­θεση τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, ἐκλαμβάνε­ται ὡς περιπλά­νηση μέσα στό χάος τῶν παθῶν καί τῶν ὀρέξεων.

Οἱ νέοι σήμερα δέν ἔχουν νά κάνουν τίποτε καλύ­τε­ρο ἀπό τό νά σκεφτοῦν καί νά ἀναλογιστοῦν, ποῦ ὁδη­γηθήκαμε μέ τήν ἀφροσύνη καί τήν πλεονεξία τῶν γονιῶν καί τῶν προγόνων τους.  

Μέσα στό πνεῦμα αὐτό πρέπει νά κατανοοῦνται καί νά προβάλλονται οἱ ἠθικές ἐντολές.  Οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ  δέν εἶναι δεσμευτικοί κανόνες· εἶναι δεῖκτες ἐ­λευ­θερίας. Αὐτές, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ὅσιος Μάρ­κος ὁ Ἐρη­μίτης, φυ­λάσ­σουν «τούς ὅρους τῆς δοθεί­σης ἡμῖν ἐλευθερίας»[12]. Ὁ ἄνθρωπος πού ἐλευ­θερώνεται ἀπό τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί ἀνακαι­νίζεται μέσα στό σῶ­μα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλη­σί­α, καλεῖται νά ἀφο­μοιώσει ὡς πρόσωπο τήν νέα αὐτή ὀντο­λογία. Καλεῖται μέ τήν πίστη του πρός τόν Χριστό καί τήν ἀγάπη νά ζήσει τήν ἀλήθεια τῆς ἀθάνατης ζωῆς, πού δέν ἀναμένεται μόνο στόν μέλλοντα αἰώνα, ἀλλά ἀρχίζει καί  γίνεται ἐμπει­ρικά αἰσθητή ἐδῶ καί τώρα.

Συμπερασματικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι χριστι­ανική ἠθική, ὡς ἐφηρμοσμένη ὀντολογία τῆς καινῆς κτίσεως, τοῦ καινοῦ ἀν­θρώπου, εἶναι ἡ ἠθική τῆς ἀλη­θινῆς ἐλευθερίας. Στήν ἐλευθερία αὐτή εἰσά­γεται ὁ ἄν­θρωπος μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκ­κλη­σίας καί παραμένει μέ τήν τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία ἐντολή δέν εἶναι ἀπαγορευτικός κανόνας, ἀλλά  δείκτης ἐλευ­θερίας. Εἶ­ναι πρόσκληση γιά ἀσκητικό ἄνοιγμα πρός τήν ἀκα­τά­λυτη ἐλευθερία, τήν αἰώνια ζωή. Ὅπως βε­βαί­ωσε ὁ Χριστός, ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ὡς οὐσιώδης ἐνέρ­­γειά του, «ζωή αἰώνιός ἐστι».             
Ομιλία στα πλαίσια της επιμόρφωσης των Στελεχών της Κατηχητικής Κίνησης της Μητροπόλεως Κωνσταντίας - Αμμοχώστου, τη Δευτέρα 11 Μαρτίου, στο Παραλίμνι. 

 



[1]Α’Κορ. 11,1.

[2]Ματθ. 11,29-30. Πρβλ. ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Τό μυστήριο τῆς χριστια­νι­κῆς ζωῆς, Ἔσσεξ Ἀγγλίας  22011, σ. 301.

[3]Γαλ. 5,13.

[4]. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τήν πρός Ἑβραίους 4, PG 63,41,

[5]. Βλ. Ἰω. 11,25·14,6.

[6]. Ρωμ. 6,4.

[7]Ματθ. 5,44.

[8]Λουκ. 14,26.

[9]Αʹ Ἰω. 3,14.

[10]. Βλ. Α΄ Κορ. 15,21.

[11]Γαλ. 5,13.

[12]. Μάρκου Ἐρημίτου, Περί τοῦ θείου Βαπτίσματος, PG 65,989.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου